Οι Έλληνες καταναλωτές επανεξετάζουν ποιες μάρκες αξίζουν μια θέση στο καλάθι τους. Η συνεχιζόμενη πίεση από το κόστος ζωής δεν τους οδηγεί απλώς προς τη χαμηλότερη τιμή· τους κάνει πιο επιλεκτικούς και περισσότερο προσανατολισμένους στη σχέση ποιότητας-τιμής.
Τα στοιχεία του Brand Footprint 2026 της Worldpanel by Numerator δείχνουν ότι αυτή η μεταβολή διαμορφώνει ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον για τις μάρκες FMCG στην Ελλάδα. Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας κερδίζουν έδαφος, οι μεγαλύτερες μάρκες δέχονται πιέσεις και, κυρίως, η προσέλκυση νέων αγοραστών αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος δρόμος προς την ανάπτυξη.
Πώς επηρεάζει το κόστος ζωής τις αγοραστικές επιλογές στην Ελλάδα;
Οι καταναλωτές διαχειρίζονται πλέον πιο προσεκτικά τον προϋπολογισμό τους και αγοράζουν λιγότερες συσκευασίες. Όμως, η συνολική δαπάνη για προϊόντα FMCG παραμένει σχετικά σταθερή, καθώς οι υψηλότερες τιμές αντισταθμίζουν τη μείωση του όγκου αγορών.
Το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον συμβάλλει στην κατανόηση αυτής της συμπεριφοράς. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις -47 μονάδες τον Δεκέμβριο του 2025, έναντι -13,2 στην Ευρωζώνη, ενώ ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε το 2,9%, έναντι 2,1% στην Ευρωζώνη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αξία αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στην τελική επιλογή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα αναζήτηση του φθηνότερου προϊόντος. Οι καταναλωτές αξιολογούν πιο προσεκτικά τι προσφέρει κάθε μάρκα και κατά πόσο δικαιολογεί τη θέση της στο καλάθι τους.
Για τις μάρκες, επομένως, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην τιμή. Χρειάζεται να αποδεικνύουν με σαφήνεια την αξία και τη συνάφειά τους με τις ανάγκες των καταναλωτών σε κάθε αγοραστική περίσταση.
Πόσο ενισχύονται τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας στην Ελλάδα;
Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού FMCG των ελληνικών νοικοκυριών. Το ποσοστό των νοικοκυριών που διαθέτουν περισσότερο από το μισό της συνολικής τους δαπάνης FMCG σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αυξήθηκε από 14,7% το 2023 σε 17,4% το 2025.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει την πίεση στις επώνυμες μάρκες και αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι οι καταναλωτές επαναξιολογούν ενεργά τις επιλογές τους.
Για τις επώνυμες μάρκες, αυτό σημαίνει ότι η αναγνωρισιμότητα από μόνη της δεν αρκεί. Καθώς οι καταναλωτές εξετάζουν περισσότερες εναλλακτικές, η δυνατότητα μιας μάρκας να προσφέρει έναν σαφή και πειστικό λόγο επιλογής γίνεται ακόμη πιο σημαντική.
Ποιος είναι ο σημαντικότερος τρόπος ανάπτυξης μιας μάρκας FMCG;
Η προσέλκυση περισσότερων αγοραστών παραμένει ο ισχυρότερος δρόμος προς την ανάπτυξη, σύμφωνα με το Brand Footprint 2026.
Οι μάρκες που αναπτύσσονται αυξάνουν τα Consumer Reach Points (CRPs) τους κυρίως διευρύνοντας τη διείσδυσή τους στα νοικοκυριά, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στους ήδη υπάρχοντες καταναλωτές και στη συχνότερη αγορά από αυτούς.
Αυτό αλλάζει το ερώτημα που πρέπει να θέτουν οι μάρκες. Δεν αρκεί μόνο το «πώς θα κάνουμε τους υπάρχοντες αγοραστές να αγοράζουν περισσότερο;». Εξίσου — και συχνά περισσότερο — σημαντικό είναι το «πώς θα δώσουμε σε περισσότερα νοικοκυριά έναν λόγο να μας επιλέξουν;».
Σε μια αγορά όπου οι καταναλωτές γίνονται πιο επιλεκτικοί, η μάχη για τη διείσδυση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη. Η ανάπτυξη εξαρτάται από την ικανότητα της μάρκας να παραμένει σχετική, να προσφέρει ξεκάθαρη αξία και να δημιουργεί νέες ευκαιρίες επιλογής.
Ποιες είναι οι μάρκες FMCG με που επιλέγονται περισσότερο;

Η Παπαδοπούλου παραμένει η μάρκα FMCG με τις περισσότερες αγοραστικές επιλογές από τους καταναλωτές , σύμφωνα με το Brand Footprint 2026. Ακολουθούν η Coca-Cola και η Nounou.
Το Top 10 παραμένει αμετάβλητο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, οι περισσότερες μάρκες της κατάταξης κατέγραψαν μείωση στα Consumer Reach Points τους.
Αυτό δείχνει ότι η πρόκληση της διατήρησης της καταναλωτικής επιλογής δεν αφορά μόνο τις μικρότερες μάρκες. Ακόμη και οι μεγαλύτερες και πιο εδραιωμένες μάρκες της ελληνικής αγοράς λειτουργούν πλέον σε ένα περιβάλλον όπου οι καταναλωτές αξιολογούν τις επιλογές τους με μεγαλύτερη προσοχή.
Ποιες μάρκες του Top 10 αναπτύχθηκαν και πώς;
Οι μάρκες Κύκνος και Βίκος ήταν οι μόνες δύο μάρκες του Top 10 που αύξησαν τα Consumer Reach Points τους.
Ωστόσο, δεν αναπτύχθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Η Κύκνος επωφελήθηκε από την αύξηση της συχνότητας αγοράς, ενώ η Βίκος διεύρυνε τη βάση των αγοραστών της.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει ένα σημαντικό συμπέρασμα: δεν υπάρχει μία και μοναδική συνταγή ανάπτυξης.
Η καινοτομία, η συνεπής διαφημιστική παρουσία, οι αποτελεσματικές προωθητικές ενέργειες και η ισχυρότερη διανομή μπορούν να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για τις μάρκες, βοηθώντας τες να φτάσουν σε περισσότερους αγοραστές.
Ο κοινός παρονομαστής είναι η συνάφεια. Σε μια περίοδο μεγαλύτερης επιλεκτικότητας, οι μάρκες πρέπει να συνεχίσουν να κερδίζουν την επιλογή του καταναλωτή και να δημιουργούν λόγους ώστε περισσότερα νοικοκυριά να τις εντάσσουν στις αγορές τους.
Τι είναι το Brand Footprint και τα Consumer Reach Points (CRPs);
Το Brand Footprint είναι η ετήσια μελέτη της Worldpanel by Numerator που μετρά πόσο συχνά επιλέγονται οι μάρκες FMCG από τους καταναλωτές.
Η κατάταξη βασίζεται στα Consumer Reach Points (CRPs), έναν δείκτη που συνδυάζει τη διείσδυση μιας μάρκας στα νοικοκυριά και τη συχνότητα αγοράς της. Με αυτόν τον τρόπο, αποτυπώνει πόσες φορές οι καταναλωτές επιλέγουν μια μάρκα και αναδεικνύει εκείνες που κερδίζουν τον μεγαλύτερο αριθμό καταναλωτικών επιλογών.
Για τις μάρκες, η μέτρηση αυτή βοηθά να γίνει κατανοητό όχι μόνο ποιος βρίσκεται στην κορυφή της κατάταξης, αλλά και ποιοι μηχανισμοί βρίσκονται πίσω από την ανάπτυξη — ή την απώλεια — καταναλωτικής απήχησης.
